Νέες έμμεσες τεχνικές φορολογικού ελέγχου των επιχειρήσεων

/, Popular News, Οικονομική Επικαιρότητα/Νέες έμμεσες τεχνικές φορολογικού ελέγχου των επιχειρήσεων

Άρθρο του Προέδρου και Διευθ/ντα Συμβούλου της ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ Α.Ε., κ. Πανοζάχου Δημήτρη, που δημοσιεύθηκε στο capital.gr στις 10 Ιουνίου 2020.

Με τη σταδιακή επιστροφή στην κανονικότητα –λόγω κορονοϊού– επανέρχονται και οι φορολογικοί έλεγχοι. Τις τελευταίες ημέρες του Ιανουαρίου εκδόθηκαν από την ΑΑΔΕ α) η Α 1008/2020 και β) η Ε 2016/2020 με τις οποίες «παίρνουν σάρκα και οστά»  η  χρήση των Έμμεσων Μεθόδων Προσδιορισμού της Φορολογητέας Ύλης για όσες επιχειρήσεις: α) τα λογιστικά αρχεία ή οι οικονομικές καταστάσεις που συντάσσουν δεν είναι σύμφωνες με το νόμο για τα Λογιστικά Πρότυπα,  β) τα φορολογικά στοιχεία  και τα λοιπά δικαιολογητικά  δεν συντάσσονται σύμφωνα με τον ΚΦΔ, γ) δεν προσκομίζονται για έλεγχο τα λογιστικά αρχεία ή τα φορολογικά στοιχεία. Οι έμμεσες μέθοδοι ελέγχου αντικατέστησαν τον «εξωλογιστικό ή αντικειμενικό προσδιορισμό»  του φορολογητέου εισοδήματος. Στην πραγματικότητα πρόκειται για τις «μεθόδους» που δύναται να χρησιμοποιήσει η φορολογική διοίκηση για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος, χρησιμοποιώντας στοιχεία πέρα από αυτά που περιέχονται στα λογιστικά αρχεία που παρουσιάζει η ελεγχόμενη επιχείρηση.

Οι Έμμεσες Μέθοδοι Ελέγχου ενσωματώθηκαν –αρχικά– στην ελληνική φορολογική νομοθεσία με τον Ν. 4038/2012,  προσθέτοντας στο άρθρο 67 του Ν 2238/94 το υπό – άρθρο  67Β. Στην ισχύουσα νομοθεσία – προβλέπονται ως μέθοδοι –  στο άρθρο 27 του Ν 4174/2013 όπου και παρατίθενται  ονομαστικά αυτές που επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν από τη φορολογική αρχή.

Στο παραπάνω φορολογικό πλαίσιο η ΑΑΔΕ εξέδωσε την προαναφερόμενη Απόφαση και τη σχετική Εγκύκλιο. Με το πρώτο έγγραφο η ΑΑΔΕ  καθόρισε τις μεθόδους που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εξειδίκευση της νομοθετικής πρόβλεψης και συγκεκριμένα όρισε τις μεθόδους:  «της αρχής των αναλογιών» και  «της σχέσης της τιμής πώλησης προς τον συνολικό όγκο κύκλου εργασιών». Με το δεύτερο παραθέτει παραδείγματα εφαρμογής αυτών των μεθόδων.

Για την εφαρμογή «της αρχής των αναλογιών» προτείνεται η χρήση του (δείκτη) περιθωρίου μικτού κέρδους επί των πωλήσεων και με δύο παραλλαγές της χρήσης του υπολογίζονται οι εκτιμώμενες πωλήσεις μέσω της αναγωγής του Κόστος Πωληθέντων.

Για την εφαρμογή «της σχέσης της τιμής πώλησης προς το συνολικό όγκο κύκλου εργασιών» προτείνεται η εύρεση της δυνατότητας παραγωγής μιας επιχείρησης είτε μέσω των αγορασθέντων και αναλωθέντων Α υλών είτε μέσω των πραγματοποιούμενων δαπανών.

Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής όλων ότι Έμμεσες Μέθοδοι Ελέγχου («ανάλυσης ρευστότητας του φορολογούμενου», «ύψους των τραπεζικών καταθέσεων και των δαπανών σε μετρητά» κλπ) έχουν χρησιμοποιηθεί ήδη σε ελέγχους φυσικών προσώπων. Εξαιτίας όμως της ημιτελούς προετοιμασίας της φορολογικής διοίκησης στη χρήση τους –παρότι διεύρυνε τις δυνατότητες επεξεργασίας από τη φορολογική διοίκηση σημαντικών οικονομικών πληροφοριών του ελεγχόμενου– παράλληλα ανέδειξε τις σημαντικές αδυναμίες του φορολογικού μηχανισμού να ανταποκριθεί στην ορθολογική και όχι στην τυπική χρήση τέτοιων οικονομικών πληροφοριών.

Η φορολογική διοίκηση πρέπει λοιπόν με αφορμή την επέκταση της χρήσης των Έμμεσων Μεθόδων προσδιορισμού του φορολογητέου εισοδήματος  να λάβει υπόψη της ότι η  χρήση αυτών των μεθόδων απαιτεί: α)  εξειδικευμένη γνώση κοστολόγησης και β) εξειδικευμένη γνώση στη λήψη του «δείγματος» των αριθμητικών μεγεθών με δεδομένο ότι είναι αδύνατον ο φορολογικός έλεγχος να ελέγξει το σύνολο των φορολογικών στοιχείων μιας επιχείρησης. Τυχόν αμφισβητούμενες πρακτικές εφαρμογής αυτών των Έμμεσων Μεθόδων Ελέγχου μπορεί να δημιουργήσουν νέα γενιά «αναξιόπιστων φορολογικών ελέγχων» για τους ανθρώπους της πραγματικής οικονομίας και να διαταραχθούν σημαντικά οι θετικές σχέσεις που επιδιώκεται να δημιουργηθούν μεταξύ «του επιχειρείν» και της φορολογικής διοίκησης.

 

Πηγή: capital.gr