Ανώμαλη εφαρμογή του άρθρου 39Α και η υπεξαίρεση του ΦΠΑ από τις επιχειρήσεις

/, Popular News, Οικονομική Επικαιρότητα/Ανώμαλη εφαρμογή του άρθρου 39Α και η υπεξαίρεση του ΦΠΑ από τις επιχειρήσεις
Άρθρο του Προέδρου & Διευθύνοντα Συμβούλου της ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ Α.Ε. Δημήτρη Πανοζάχου που δημοσιεύθηκε στις 14/03/2018 στο e-forologia.gr, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 39Α.

Με το άρθρο 67 του Ν.4484/2017 προστέθηκαν στο άρθρο 39 Α του Ν.2859/2000 (Κώδικας Φ.Π.Α.) οι παράγραφοι 5 και 6 με τις οποίες προβλέπεται στις πωλήσεις κινητών τηλεφώνων, κονσoλών παιχνιδιών, ταμπλετών Η/Υ και φορητών Η/Υ ο Φ.Π.Α. να αποδίδεται από τον αγοραστή, όταν αυτός έχει δικαίωμα έκπτωσης του φόρου Εισροών. Πρακτικά: όταν ο αγοραστής είναι ενταγμένος «στο κανονικό καθεστώς Φ.Π.Α.», στο εκδιδόμενο παραστατικό πώλησης δεν αναγράφεται Φ.Π.Α. και ο λήπτης του αγαθού υποχρεούται να το αποδώσει ο ίδιος.

Στην αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει τον Ν.4484/2017 αναφέρεται ότι η εν λόγω διάταξη θα βοηθήσει την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και ότι είναι σύμφωνη με το άρθρο 199 Α της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2006/112/ΕΚ.

Στο πλαίσιο ορθής εφαρμογής της εν λόγω τροποποίησης του νόμου έχει εκδοθεί η ΠΟΛ. 1150/2017 στην οποία:

  • στην παράγραφο 4 του κεφαλαίου Ε. Υποχρεώσεις του Πωλητή αναφέρεται ότι: «4. Για την επιβεβαίωση της ιδιότητας του αγοραστή ως υποκειμένου με δικαίωμα έκπτωσης του φόρου των εισροών, θα δημιουργηθεί κατάλληλη ηλεκτρονική εφαρμογή.»,
  • στην παράγραφο 4 του κεφαλαίου ΣΤ. Υποχρεώσεις του Αγοραστή αναφέρεται ότι: «4. Σε περίπτωση που ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 39α ληφθούν τιμολόγια με Φ.Π.Α., από υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα με δικαίωμα έκπτωσης του φόρου των εισροών τους, επισημαίνεται ότι για το Φ.Π.Α. των τιμολόγιων αυτών δεν παρέχεται δικαίωμα έκπτωσης».

Δηλαδή αν κάποια επιχείρηση καταβάλλει το Φ.Π.Α. σε μια αγοραπωλησία μιας συσκευής κινητού τηλεφώνου κ.λπ. θεωρείται παραβάτης και θα τιμωρείται ως φοροφυγάς με βάση τα άρθρα 53, 54 και 58 Α του Ν.4174/2013.

Μάλιστα συχνά από υπηρεσιακούς παράγοντες γίνεται επίκληση της με αριθμό C-564/15 απόφασης του ευρωπαϊκού δικαστηρίου.

Τα ζητήματα που προκύπτουν είναι σημαντικά.

Πρώτο: Σχέσεις Πωλητή και Αγοραστή.

  • Αν ο πωλητής προβεί σε πώληση ενός από τα παραπάνω αγαθά σε μη δικαιούχο έκπτωσης του φόρου εισροών, δεν υποχρεούται να το καταβάλλει ο ίδιος; Βεβαίως, είναι απόλυτες και σαφείς οι διατάξεις του Ν.2859/2000.
  • Άρα ο πωλητής την στιγμή της πώλησης πρέπει να έχει αδιάσειστα φορολογικά στοιχεία ότι ο αγοραστής έχει δικαίωμα έκπτωσης του φόρου Εισροών. Υπάρχει τέτοια δυνατότητα; Όχι. Άλλωστε δεν έχει τεθεί σε εφαρμογή η προβλεπόμενη από την παράγραφο 4 του κεφαλαίου Ε. Υποχρεώσεις του Πωλητή της ΠΟΛ. 1150/2017, ηλεκτρονική εφαρμογή.
  • Υποχρεούται ο αγοραστής να θέσει στη διάθεση του πωλητή τα προσωπικά του φορολογικά στοιχεία πλην αυτών που ορίζει ο νόμος; Όχι. Περιλαμβάνονται σε αυτά που πρέπει να κοινοποιήσει ο αγοραστής στον πωλητή βάσει του Ν.4308/2014 ή του Ν.4174/2013 ή του Ν.2859/2000 το καθεστώς ένταξης του στο ΦΠΑ; Όχι.
  • Αν αλλάξει ο νόμος και υποχρεωθεί ο αγοραστής να προσκομίζει στον πωλητή σε κάθε συναλλαγή τα επικαιροποιημένα φορολογικά του στοιχεία για το καθεστώς ένταξης του στο Φ.Π.Α., τότε σε κάθε συναλλαγή αυτός ( ο αγοραστής) θα πρέπει να εισέρχεται στο πληροφοριακό σύστημα του Taxis και να προβαίνει σε εκτύπωση των φορολογικών στοιχείων. Πόσο λογικό μπορεί να είναι αυτό;

Δεύτερο: Ουδετερότητα της Οικονομικής Οντότητας στο ΦΠΑ.

– Πού προβλέπεται η απώλεια του δικαιώματος έκπτωσης του φόρου εισροών ενός δικαιούχου έκπτωσης του φόρου εισροών, όταν καταβάλει νόμιμα το Φ.Π.Α. σε ένα νόμιμο λειτουργούντα προμηθευτή του;

– Σε ποιο νομοθετικό πλαίσιο ορίζεται με απόλυτο τρόπο η συγκεκριμένη παράβαση;

  • Στο άρθρο 199 Α της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2006/112/ΕΚ χρησιμοποιείται η έκφραση «Τα κράτη μέλη μπορούν, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2018 και για ελάχιστη περίοδο δύο ετών, να προβλέπουν ότι υπόχρεος του Φ.Π.Α. είναι ο υποκείμενος στον φόρο προς τον οποίο πραγματοποιείται οποιαδήποτε από τις ακόλουθες παραδόσεις ή παροχές:».
  • Στο άρθρο 39 Α του Ν. 2859/200 δε χρησιμοποιείται πουθενά η έκφραση «Υποχρεούται» ή «Επιβάλλεται».

– Η επίκληση από τους υπηρεσιακούς παράγοντες της με αριθμό C- 564/15 απόφασης του ευρωπαϊκού δικαστηρίου μήπως είναι άστοχη, γιατί :

  • Η εν λόγω υπόθεση δεν αφορά αγορά μικροαντικειμένων αλλά ενός και μόνο αντικειμένου που αποτελούσε παρεπόμενο ενός ακινήτου.
  • Στην παράγραφο 53 της συγκεκριμένης απόφασης αναφέρεται ότι «Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη πρέπει να προβλέπουν τα απαραίτητα μέσα ένδικης προστασίας και τις διαδικαστικές λεπτομέρειες ώστε να παρέχεται στον αποδέκτη η δυνατότητα να ανακτήσει τον εκ λάθους αναγραφέντα στο τιμολόγιο φόρο προκειμένου να γίνει σεβαστή η αρχή της αποτελεσματικότητας». Αυτό πού προβλέπεται στην ελληνική νομοθεσία;
  • Στην παράγραφο 56 της συγκεκριμένης απόφασης αναφέρεται ότι ο διάδικος «.ο κύριος …….……… πρέπει να μπορεί να στρέψει την αίτησή του περί επιστροφής του ΦΠΑ ευθέως κατά της φορολογικής αρχής.». Δηλαδή η φορολογική διοίκηση υποχρεούται να τον διασφαλίσει ότι δεν θα απολέσει ό,τι κατέβαλε ήδη.
  • Στην παράγραφο 66 της συγκεκριμένης απόφασης σημειώνεται ότι «Υπό τις συνθήκες αυτές, η επιβολή στον ……………….. κυρώσεως ανερχόμενης στο 50 % του ποσού του ΦΠΑ που επιβάλλεται στην επίδικη πράξη φαίνεται δυσανάλογη, όπερ εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.».
  • Στη δε παράγραφο 42 μνημονεύει τη σταθερή και αταλάντευτη άποψη του δικαστηρίου ότι «Τονίζεται επίσης ότι το δικαίωμα εκπτώσεως αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του καθεστώτος του ΦΠΑ και δεν επιτρέπεται, κατ’ αρχήν, να περιορίζεται».

Τρίτο: Πρόσβαση ιδιωτών σε φορολογικά δεδομένα.

  • Μήπως η δημιουργία βάσης δεδομένων από την οποία οι πωλητές αυτών των αγαθών θα αντλούν πληροφορίες για το φορολογικό καθεστώς των αγοραστών πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη της το νέο καθεστώς «προστασίας προσωπικών δεδομένων» (GDPR); Γιατί δεν είχε γίνει μια ανάλογη βάση δεδομένων τόσα χρόνια που η υγιής επιχειρηματικότητα ταλαιπωρούνταν από εκδότες «εικονικών τιμολογίων»;
  •  Πόσοι άλλοι μετά τις τράπεζες θα δύνανται να συλλέγουν οικονομικά στοιχεία των επιχειρήσεων και επιτηδευματιών;
  • Αν λοιπόν η φορολογική διοίκηση:
  • Δε θέλει να καταχωρηθεί στη συνείδηση των ήδη – φορολογικά – ταλαιπωρημένων επιτηδευματιών ως «κλέφτης» του Φ.Π.Α. των επιχειρήσεων,
  • Επιθυμεί να καταπολεμήσει τη φοροδιαφυγή στο συγκεκριμένο χώρο,
  • Αποδέχεται ότι είναι παράλογο η φορολογική αναγνώριση κάθε συναλλαγής να προϋποθέτει τη γραπτή τεκμηρίωση από τον αγοραστή προς τον πωλητή, του φορολογικού καθεστώς του Φ.Π.Α που αυτός εντάσσεται με τη προσκόμιση επισημοποιημένων εγγράφων,

ΤΟΤΕ πρέπει:

– Αμέσως να ανασταλεί η εφαρμογή όσων αναφέρονται στη παράγραφο 4 του κεφαλαίου ΣΤ . Υποχρεώσεις του Αγοραστή της ΠΟΛ. 1150/2017,

– Να εξετασθεί άμεσα αν είναι νομικά δυνατόν η ανάπτυξη της ηλεκτρονικής εφαρμογής που μνημονεύεται στη παράγραφο 4 του κεφαλαίου Ε. Υποχρεώσεις του Πωλητή της ΠΟΛ. 1150/2017 και Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΜΟΥ είναι να αναζητηθεί λύση μέσω του προσδιορισμού ενός ελάχιστου ύψους συναλλαγής και άνω (π.χ. 5.000€) που θα καθιστά ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ την απόδοση του Φ.Π.Α σε πράξεις που εντάσσονται στο άρθρο 39 Α του Ν.2859/2000 από το λήπτη των αγαθών αλλιώς οι προστριβές μεταξύ των επιτηδευματιών και το χαρτοβασίλειο θα κυριαρχήσουν σε κάθε ανάλογη συναλλαγή.

Ο Δημήτρης Πανοζάχος είναι Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος της ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ Α.Ε, Msc Οικονομολόγος, Φοροτεχνικός Σύμβουλος.