Νέο Μοντέλο Σύγχρονης Επιχειρηματικότητας στη Βόρεια Ελλάδα

/, Δραστηριότητες, Οικονομική Επικαιρότητα/Νέο Μοντέλο Σύγχρονης Επιχειρηματικότητας στη Βόρεια Ελλάδα

Η ομιλία του Προέδρου και Διευθ/ντα Συμβούλου της ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ Α.Ε., κ. Πανοζάχου Δημήτρη, στο 14ο Πολυσυνέδριο Καινοτομίας & Ανάπτυξης, το οποίο πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 6 Απριλίου 2019.

Το αρχείο της παρουσίασης.

Εισαγωγή

Την εποχή που η χώρα μας ταλανίζεται από την οικονομική κρίση, την ώρα που η ανεργία είναι στα ύψη και αντί οποιασδήποτε άλλης εισαγωγής, θα ήθελα να υπενθυμίσω τα λόγια ενός τραπεζίτη, που έχει βραβευθεί με το Νόμπελ Οικονομίας το 2006, του Μοχαμέντ Γιάνους:

«Μην αναζητάς μια θέση εργασίας, αλλά δημιούργησέ την!»

Η δημιουργία μιας θέσης εργασίας διέρχεται από την άσκηση της επιχειρηματικότητας και επειδή η επιχειρηματικότητα είναι μέρος της οικονομίας και αυτή – η οικονομία- είναι «κοινωνική επιστήμη», πρέπει να προσαρμόζεται πάντα στις εξελίξεις και στην επίδραση αυτών στην καθημερινή λειτουργία του ατόμου.

 

Γιατί όμως να ενισχυθεί η Επιχειρηματικότητα στη χώρα μας;

Συνεπώς, η χώρα μας υποχρεούται να στρέψει το βλέμμα της στη Σύγχρονη Επιχειρηματικότητα.

Από τι χαρακτηρίζεται η Σύγχρονη Επιχειρηματικότητα;

Από τη σύγχρονη επιστήμη που καθορίζει το μέλλον της ανθρωπότητας αλλά και την καθημερινότητα των πολιτών.

Μπορεί στη χώρα μας να λάβει χώρα η Ανάπτυξη Σύγχρονων Μοντέλων Επιχειρηματικότητας;

Η απάντηση είναι θεωρητικά ναι.

Γιατί;

Γιατί η Σύγχρονη Επιχειρηματικότητα επηρεάζεται άμεσα από «τη γνώση» που αποτελεί:

  • Tη μεγαλύτερη επένδυση της χώρας τις τελευταίες δεκαετίες μιας και οι ελληνικές οικογένειες δαπανούν όλο τους το πλεόνασμα στη «μόρφωση της επόμενης γενιάς».
  • Το παγκόσμιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της χώρας μας μιας και όλοι μας γνωρίζουμε για «τον πολιτισμό και τη γνώση» των Αρχαίων Ελλήνων.

Και μόνο το φαινόμενο του brain drain επιβεβαιώνει ότι διαθέτουμε όλες τις προϋποθέσεις για να αναπτυχθεί η σύγχρονη επιχειρηματικότητα, αλλά:

  • Αφήνουμε να μας φύγει η «μεγαλύτερη επένδυσή μας»
  • Χάνουμε το κύριο προαπαιτούμενο της ανάπτυξης νέων μοντέλων επιχειρηματικότητας

 

Ποιες είναι οι δραστηριότητες που ως συνήθως ονομάζουμε «Σύγχρονης Επιχειρηματικότητας»;

Ό, τι συνδέεται με την Πληροφορική και τα συναφή επαγγέλματα. Άρα:

  • Software
    • Παραγωγή
    • Εμπορία
  • Social Media
    • Youtubers
    • Brand ambassadors
    • Influencers

Υπάρχουν βέβαια και άλλες δραστηριότητες, όπως:

  • Πωλήσεις εξ αποστάσεως (μέσω διαδικτύου)
  • Παροχή Τηλεπικοινωνιακών, τηλεοπτικών κ.λπ. υπηρεσιών από απόσταση κ.λπ.

Υπάρχει όμως και κάτι πολύ σημαντικό που δεν πρέπει να μας διαφεύγει:

Σύγχρονη Επιχειρηματικότητα δεν είναι μόνο η πληροφορική αλλά και όλοι οι τομείς που χρησιμοποιούν τις νέες τεχνολογίες. Άρα, σύγχρονη επιχειρηματικότητα μπορεί να είναι ακόμη και ο πρωτογενής τομέας, αρκεί να ενσωματώσει κανείς σε αυτόν τις πρωτοπόρες τεχνολογίες.

 

Πώς εμπλέκεται το φορολογικό πλαίσιο σε όλα αυτά;

Εμπλέκεται ανάλογα με:

  • Το αντικείμενο δραστηριότητας και
  • Την Εταιρική Μορφή άσκησης επιχειρηματικότητας

 

Εγώ όμως, θα περιοριστώ στο θέμα των Software και στο θέμα των Social Media και κυρίως στα όσα ζω ως επαγγελματίας παροχής υποστήριξης σε φορείς – πρόσωπα που εμπλέκονται με αυτά.

 

Πρώτο θέμα είναι η Δημιουργία Software.

Ένα, λοιπόν, από τα μεγαλύτερα προβλήματα που έχει δημιουργηθεί είναι ο φορολογικός χαρακτηρισμός της πώλησης ενός προγράμματος Η/Υ ως «Δικαίωμα».

Φορολογικά στην Ελλάδα «τα Δικαιώματα» αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερο τρόπο .Μάλιστα σε συναλλαγές με εταιρείες που δεν έχουν έδρα την Ελλάδα επιβάλλεται παρακράτηση φόρου 20%.

Στην περίπτωση που μια Ελληνική Εταιρεία θελήσει να προμηθευτεί κάποιο ειδικό πρόγραμμα Η/Υ από το εξωτερικό, πριν το κάνει, πρέπει να μελετήσει καλά τη Διακρατική Σύμβαση Αποφυγής Διπλής Φορολογίας με το εν λόγω κράτος.

Σημειώνω ότι το εύρος τους κυμαίνεται από 0%, όπως είναι με τη Μεγάλη Βρετανία που υπογράφηκε το 1953 έως και 20% που είναι ο συντελεστής φορολόγησης στην Ελλάδα.

Παρότι έγιναν τελευταία προσπάθειες να ξεκαθαρίσει το θέμα, αυτό παραμένει.

Ενδεικτικά παραθέτω αυτούσια παράγραφο από την Εγκύκλιο 2020/2019 της Α.Α.Δ.Ε.

Οι πληρωμές οι οποίες γίνονται για την απόκτηση μερικών δικαιωμάτων στην πνευματική ιδιοκτησία (χωρίς ο εκχωρητής να αποξενώνει πλήρως τα δικαιώματα στην πνευματική ιδιοκτησία) θα αντιπροσωπεύουν δικαιώματα, όταν το αντίτιμο δίδεται για τη χορήγηση των δικαιωμάτων χρήσης του προγράμματος με τρόπο που χωρίς τέτοια άδεια, αποτελούν παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων. Παραδείγματα τέτοιων συμφωνιών περιλαμβάνουν άδειες να αναπαράγουν και να διανείμουν στο κοινό, λογισμικό που ενσωματώνει το πρόγραμμα που έχει κατοχυρωμένη πνευματική ιδιοκτησία ή να τροποποιήσει και να παρουσιάσει δημόσια το πρόγραμμα. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι πληρωμές είναι για το δικαίωμα χρήσης του προγράμματος. Όταν το αντίτιμο πληρώνεται για τη μεταβίβαση της πλήρους κυριότητας των δικαιωμάτων στην πνευματική ιδιοκτησία, η πληρωμή δε μπορεί να αντιπροσωπεύει δικαίωμα και οι διατάξεις του άρθρου δεν είναι εφαρμόσιμες.  

Το ερώτημα που προκύπτει είναι: Υπάρχει περίπτωση μεταβίβασης πλήρους κυριότητας των δικαιωμάτων στην πνευματική ιδιοκτησία;

Αν όχι, τότε το πρόβλημα είναι τεράστιο με την άποψη που εκφράζει η φορολογική διοίκηση της χώρας.

Επίσης, ένα θέμα που δεν τολμά κανείς να αγγίξει επί της ουσίας στη χώρα είναι η εξ αποστάσεως εργασία σε τέτοιους τομείς. Είτε αυτό αφορά εταίρους είτε εργαζόμενους με σχέση εξαρτημένης εργασίας.

 

Με ποιες μορφές ασκείται η δραστηριότητα της Δημιουργίας Software;

Στα χρόνια της κρίσης σημαντικές – αλλοδαπές – εταιρείες πληροφορικής ανακάλυψαν ότι διαθέτουμε σημαντικό επιστημονικό προσωπικό που το κόστος απασχόλησής τους είναι πολύ μικρότερο – για αυτούς – από να το απασχολούν στη χώρα που είναι εγκατεστημένοι.

Έτσι τα τελευταία έτη παρουσιάζεται το φαινόμενο της παραγωγής υπεργολαβικά από ελληνικές εταιρείες – μέρος προγραμμάτων που κατασκευάζουν αλλοδαπές εταιρείες.

Το ερώτημα που τίθεται είναι:

Πρέπει οι Έλληνες κατασκευαστές – εταιρείες να αποξενώνονται από κάθε δικαίωμα της παραγωγής τους για να μη θεωρείται ότι θα έχουν εισόδημα από «Δικαιώματα»;

Κι αν αρχίσουν και ερμηνεύουν όμοια και οι άλλες χώρες τις συγκεκριμένες παραγωγές software, τότε οι Ελληνικές Εταιρείες παραγωγής Software θα έρθουν αντιμέτωπες με σειρά παρακρατήσεων φόρων σε πολλές άλλες χώρες. Πόσο θα αυξηθεί το διοικητικό κόστος λειτουργίας τους;

Συχνά οι αλλοδαπές εταιρείες αναζητούν τον «καλό επιστήμονα» και όχι την εταιρεία και επειδή θεωρούν ευκολότερη την περίπτωση της διασφάλισης των δικαιωμάτων αν αυτός εργάζεται με μορφή εξαρτημένης εργασίας, επιδιώκουν να του συνάψουν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας – κοινώς να τον «προσλάβουν» – παρότι μένει στην Ελλάδα.

Η ελληνική εργατική νομοθεσία, όμως, απαιτεί σ’ αυτήν την περίπτωση η αλλοδαπή εταιρεία να δημιουργήσει στην Ελλάδα υποκατάστημα. Η δημιουργία υποκαταστήματος επιβάλλει:

  • Τήρηση Λογιστικών βιβλίων
  • Υποβολή φορολογικών δηλώσεων στην Ελλάδα
  • Υποχρεώσεις στο ΓΕΜΗ. Δημοσίευση ισολογισμών κ.λπ.

Οι αλλοδαπές εταιρείες δηλώνουν ότι δεν έχουν κανένα πρόβλημα να εφαρμόσουν την κείμενη ελληνική νομοθεσία απασχόλησης και να καταβάλλουν τις ασφαλιστικές εισφορές, αλλά δε διανοούνται ότι για την απασχόληση ενός ατόμου θα αναγκαστούν σε μια σειρά άλλων υποχρεώσεων.

Μάλιστα συχνά διερωτώνται: Εμείς απασχολούμε προσωπικό σε πολλές χώρες. Σε όλες θα υποχρεωθούμε να δημιουργήσουμε υποκαταστήματα και να αυξηθεί υπέρογκα το διοικητικό μας κόστος; Γιατί;

Αποτέλεσμα: Είτε ο Έλληνας επιστήμονας να δηλώνεται επιτηδευματίας και να υπογράφει σκληρές συμβάσεις – με ποινικές ρήτρες – αποποίησης των δικαιωμάτων του επί των προγραμμάτων που συμμετέχει στην κατασκευή είτε να χάνει την ευκαιρία να εργαστεί και ταυτόχρονα να χάνει το ασφαλιστικό σύστημά μας σημαντικά ποσά εισφορών που θα μπορούσε να εισπράξει από τις αλλοδαπές εταιρείες.

 

Δεύτερο θέμα είναι η επαγγελματική ή ημιεπαγγελματική απασχόληση στα Social Media.

Εδώ το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο.

Αρχικά, πρέπει να σημειώσουμε ότι όσοι εισπράττουν εισόδημα από ανάλογες πηγές πρέπει να το δηλώνουν φορολογικά.

Η πιο εύκολη φορολογική μέθοδος άσκησης νομίμως ενός επαγγέλματος, όπως των Youtubers, Brand ambassadors, Influencers, είναι ο εισπράττων να επιδιώξει να «δηλωθεί» στη Δ.Ο.Υ. ως επιτηδευματίας.

Με έσοδα έως 10.000€ ετησίως η φορολογική γραφειοκρατία που θα του ζητηθεί είναι περιορισμένη.

Ενδεικτικά αναφέρω ότι μπορεί να απαλλαγεί από τις «Υποχρεώσεις του Φ.Π.Α.» παρότι θα δηλώσει έναρξη άσκησης επαγγέλματος στη Δ.Ο.Υ.

Η φορολογική γραφειοκρατία όμως αυξάνεται ραγδαία μόλις αυτός εισπράξει χρήματα από το εξωτερικό και ειδικά από χώρα της Ε.Ε.

Εξισώνεται αμέσως γραφειοκρατικά με έναν επιτηδευματία που προβαίνει σε εξαγωγές προϊόντων.

Αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα γιατί η πραγματικότητα έδειξε ότι η άσκηση ενός επαγγέλματος μέσω διαδικτύου σχεδόν πάντα επεκτείνεται και πέρα από τα σύνορα της χώρας μας.

Υπάρχουν και άλλα τεχνικά προβλήματα, όπως:

  • Πού θα δηλώσει έδρα; Στο σπίτι του; Κι αν είναι φοιτητής και δεν το επιτρέψει ο ιδιοκτήτης;
  • Τι κωδικό δραστηριότητας θα χρησιμοποιήσει στην καταχώρισή τους στη Δ.Ο.Υ.; Για τα συγκεκριμένα δεν υπάρχουν.

 

Η εναλλακτική μέθοδος είναι η πρόσληψη του «εισπράττοντος» με Μερική Απασχόληση από Εταιρεία.

 

Η πρόσληψη από αλλοδαπή εταιρεία, όπως ανέλυσα και στην προηγούμενη περίπτωση, είναι αδύνατη στην Ελλάδα και συνεπώς μπορεί να γίνει μόνο από Ελληνική Εταιρεία.

Υπάρχει όμως ένα τεράστιο κενό γιατί η κείμενη εργατική νομοθεσία στην πραγματικότητα αποκλείει την πρόσληψη – έστω και μερικής – ενός ατόμου που θα παρέχει μια τέτοια εργασία.

Τα κύρια προβλήματα που προκύπτουν είναι:

  • Σε ποιο χώρο εργάζεται
  • Τι ώρες εργάζεται

Στην πραγματικότητα ο νομοθέτης ωθεί τον εν λόγω απασχολούμενο να δηλωθεί επιτηδευματίας.

 

Έτσι φαντάζει ως ιδανική η ενδιάμεση λύση. Η λύση της πληρωμής του απασχολούμενου με Τίτλο Κτήσης.

Είναι μια διαδικασία που δεν απαιτεί ο εισπράττων να προσέλθει στη Δ.Ο.Υ. και μπορεί να πληρωθεί με παραστατικό που εκδίδει αυτός που τον πληρώνει. Δηλαδή η εταιρεία της οποίας προωθεί τα προϊόντα.

Βέβαια εδώ και λίγες ημέρες είναι υποχρεωτικό να προσέλθει στον ΕΦΚΑ για να δηλωθεί για τη συγκεκριμένη εργασία μιας και κατά την πληρωμή του θα του παρακρατηθεί ένα ποσό για ασφαλιστικές εισφορές.

Βέβαια βασική φορολογική προϋπόθεση της πληρωμής ενός απασχολούμενου με Τίτλο Κτήσης είναι η πρόσκαιρη απασχόλησή του και όχι η «σταθερή και μόνιμη».

Σ’ αυτήν την περίπτωση – της σταθερής και μόνιμης – προτείνεται η δήλωση άσκησης επαγγέλματος στη Δ.Ο.Υ. και να υπενθυμίσω ότι με έσοδα έως 10.000€ ετησίως μπορεί να απαλλαγεί από τη φορολογική γραφειοκρατία εύκολα.

 

Συχνά έχουμε την νοοτροπία να «μη δηλώσει» τίποτα στη φορολογική αρχή.

Θα πρέπει να γνωρίζουν όσοι απασχολούνται με τα εν λόγω αντικείμενα ότι τα ειδικά τραπεζικά αρχεία καταχωρούν πλέον συναλλαγές άνω των 1.000€.

Οι σύγχρονοι μέθοδοι φορολογικού ελέγχου, όπως είναι οι έλεγχοι τραπεζικών λογαριασμών κ.λπ. (στην Ελλάδα τις ονομάσαμε έμμεσες τεχνικές) αλλά και οι σχετικές διακρατικές συμβάσεις αλληλοενημέρωσης των φορολογικών αρχών, δίνουν τη δυνατότητα να εντοπιστούν όλες οι πληρωμές σε απασχολούμενους, ακόμη κι αν κατοικούν σε άλλες χώρες .

Το πιο ακραίο όμως οικονομικό φαινόμενο που περιλαμβάνεται στην Ελληνική Νομοθεσία είναι η επιλογή της συμμετοχής ενός εργαζομένου στα κέρδη της εταιρείας. Μια επιλογή που θέλουν πολλές επιχειρήσεις να υιοθετήσουν στην προσπάθειά τους να κρατήσουν τον νέο επιστήμονα στο ανθρώπινο δυναμικό τους γιατί αδυνατούν να του καταβάλλουν τον τεράστιο μισθό που μπορεί αυτός να εισπράξει στο εξωτερικό. Έτσι, προσπαθούν να ισορροπήσουν τον ανταγωνισμού του «εξωτερικού» με ταυτόχρονη καταβολή ενός αξιοπρεπούς μισθού και ενός μεριδίου από τα κέρδη που θα προκύψουν – αν πετύχει- από την εφαρμογή της ιδέας του. Σε αυτήν την περίπτωση όμως το μερίδιό του εργαζομένου από τα κέρδη επιβαρύνεται: α) με ασφαλιστικές εισφορές που συνολικά (εργαζόμενου και εργοδότη) ανέρχονται λίγο πάνω από 40%, β) με φόρους εισοδήματος 28% και γ) με φόρο μερισμάτων 10%.

Είναι δυνατόν με τέτοιες επιλογές να κρατήσουμε κοντά μας «τα έξυπνα μυαλά»;

Είναι δυνατόν να μη δίνουμε οικονομικά κίνητρα στην επιτυχία;

Αν δεν είναι η συμμετοχή στα προκύπτοντα κέρδη από την ιδέα τους το μεγαλύτερο κίνητρο, τότε ποιο είναι;

 

Σε όλα τα παραπάνω πρέπει να προσθέσουμε και τους Startupers ή για να μιλάμε στην πιο πλούσια γλώσσα του κόσμου – στα Ελληνικά – Νεοφυείς Επιχειρήσεις.

Οι Startupers ταιριάζουν απόλυτα στο κοινωνικό προφίλ των Ελλήνων, γεγονός που:

  • Αποτελεί κεφαλαιοποίηση της μεγαλύτερης επένδυσής μας που είναι στη «μόρφωση της νέας γενιάς».
  • Δίνει τη δυνατότητα να είσαι «αφεντικό του εαυτού σου».

Πρέπει όμως:

  • Να συνεργαστούν με «όμοιούς τους» παγκοσμίως και το φορολογικό καθεστώς δεν είναι αρωγός σε τέτοιες προσπάθειες.
  • Να γνωρίζουν ότι «γίνονται» επιχειρηματίες και συνεπώς, έρχονται αντιμέτωποι με την προκατάληψη της κρατικής μηχανής ότι «είναι κακοί».

Αν δεν ενσωματωθεί στο εκπαιδευτικό σύστημα η εξοικείωση των νέων με την επιχειρηματικότητα δεν μπορεί να υπάρξει «επιχειρηματική παιδεία», όταν πολλοί από τους νέους επιστήμονες είναι πλέον επιχειρηματίες, έστω και «υπό εκκόλαψη» και επειδή, όπως προείπαμε, στη χώρα δεν υφίσταται φιλικό – κρατικό περιβάλλον – για το «επιχειρείν» συχνά βρίσκονται προ φορολογικών εκπλήξεων.

Με αφορμή το σημερινό συνέδριο θέλω να επισημάνω το αυτονόητο. Κάθε οικονομική συμμετοχή σε μια νεοφυής επιχείρηση, είτε μέσω Crowd funding, είτε μέσω οποιουδήποτε άλλου μοντέλου, αποτελεί «Επενδυτική Δραστηριότητα» στην Ελλάδα .

Στο κεφάλαιο όμως της χρηματοδότησης βρισκόμαστε άμεσα αντιμέτωποι με το άλλο «χαρακτηριστικό» της οικονομίας μας· Τον πολυκερματισμό «του κεφαλαίου». Θέλουμε πάντα να «είμαστε αφεντικά του εαυτού μας» και αυτό είναι εμφανές στον αριθμό των αυτοαπασχολουμένων που υπάρχουν στην Ελλάδα.

Στην περίπτωση των Νεοφυών Επιχειρήσεων είναι ακόμη εντονότερο γιατί η φύση του αντικειμένου το καθιστά αναγκαίο. Η αυτοαπασχόληση ενός επιστήμονα στην έναρξη της προσπάθειας κωδικοποίησης κάποιας ιδέας που έχει συλλάβει είναι αυτονόητη.

Έτσι λοιπόν, έπρεπε στην πατρίδα μας να εξετασθεί καλύτερα το ζήτημα της δημιουργίας «δικτύων» συνεργασιών κ.λπ. μικρών φορέων στην προσπάθεια άντλησης ευρωπαϊκών κονδυλίων αλλά και χρηματοδοτήσεων μέσω της κλασσικής τραπεζικής μεθόδου.

Θα μπορούσαμε να εξετάσουμε νέες νομικές μορφές συνεργασίας ή και συν- λειτουργίας.

Δυστυχώς, απλώς αντιγράφουμε νομικά μοντέλα, όπως έγινε με τις ΙΚΕ, αντί να εξετάζουμε τι ταιριάζει στο επιχειρηματικό περιβάλλον της χώρας μας με τα χαρακτηριστικά που διαθέτει.

Το τελευταίο δε στοιχείο είναι ότι ενώ μιλάμε για «γνώση» δε διαθέτουμε συγκεκριμένο πλαίσιο συνύπαρξης «Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και Επιχειρηματικότητας».

Άρα, δεν επιτρέπουμε να κεφαλαιοποιηθεί η επένδυση που κάνουμε με τη μόρφωση των νέων γενεών.

Όσο για τη «Βόρεια Ελλάδα» πρέπει να λάβουμε υπόψη τις γείτονες χώρες και τα φορολογικά δεδομένα σε αυτές.

Είναι γνωστό ότι αυτά – οι μειωμένοι φορολογικοί συντελεστές και η μειωμένη γραφειοκρατία – οδηγούν πολλές επιχειρήσεις στη μετεγκατάστασή τους εκεί.

Σήμερα δεν έχουμε μετεγκατάσταση στις γείτονες χώρες εταιρειών που δραστηριοποιούνται στους τομείς που συμπεριλαμβάνουμε στις κατηγορίες της σύγχρονης επιχειρηματικότητας, γιατί εκεί δεν μπορούν να βρουν το καταρτισμένο προσωπικό κ.λπ. Όμως, αν δεν αλλάξουμε ως πολιτεία συμπεριφορά, σε λίγα χρόνια θα το βιώσουμε και αυτό.

Θα μπορούσαμε να εξετάσουμε την εξαγωγή «Παροχής Υπηρεσιών». Γιατί η δημιουργία Νομικών Εταιρειών, Λογιστικών Εταιρειών, Εταιρειών Μελετών Μηχανικών, Εταιρείες Μελετών Γεωτεχνικών κ.λπ. να μην αποτελούν προτεραιότητα της χώρας;

Γιατί η δημιουργία Smart Business Center να μην περιλαμβάνεται στους στόχους των ευρωπαϊκών προγραμμάτων που υλοποιεί η χώρα;

Γιατί τα πανεπιστήμιά μας να μη διαθέτουν εξειδικεύσεις σε μεταπτυχιακά προγράμματα με στόχο τα «άλλα Βαλκάνια»;

Δεν αποτελεί η «εξαγωγή παροχής υπηρεσιών» κεφαλαιοποίηση της επένδυσής μας που είναι η «μόρφωση της νέας γενεάς»; Πώς αλλιώς μπορεί να γίνει η κεφαλαιοποίηση;

Τέλος, λόγω περιορισμένου χρόνου, θα αποφύγω να αναφερθώ στα υπόλοιπα γιατί πρέπει να γνωρίζουμε ότι μερικά από αυτά, όπως:

  • Οι πωλήσεις από απόσταση
  • Η παροχή διαδικτυακών υπηρεσιών κ.λπ.

αποτελούν μόνιμο θέμα συζήτησης σε όλη την Ευρώπη.

Θεωρώ όμως, υποχρεωτικό για τη χώρα μας, αν θέλουμε να κερδίσουμε από τα Νέα Μοντέλα Σύγχρονης Επιχειρηματικότητας να εξετάσουμε από μηδενική βάση:

  • Τη φορολογική αντιμετώπιση των «δημιουργημάτων» της πληροφορικής – εσκεμμένα αποφεύγω την έκφραση «πνευματικά δικαιώματα» – Software.
  • Την κρατική επιβάρυνση (Ασφαλιστικές Εισφορές & Φορολογία) στα διανεμόμενα κέρδη στους εργαζόμενους που συμμετέχουν με τις ιδέες τους στην παραγωγή προϊόντων πληροφορικής.
  • Δημιουργία μοντέλου ενίσχυσης «συνεργασίας» και κοινής χρηματοδότησης υπό την εποπτεία δημόσιων φορέων για τη διευκόλυνση της ευρωπαϊκής χρηματοδότησής τους.
  • Το καθεστώς εξαρτημένης απασχόλησης από αλλοδαπές εταιρείες.
  • Το καθεστώς μισθωτής συνεργασίας εξ αποστάσεως.