Ο “ξένος” και η αυτοδιάψευση της ελληνικής φορολογικής αρχής

/, Popular News/Ο “ξένος” και η αυτοδιάψευση της ελληνικής φορολογικής αρχής
556491196_news

Άρθρο του Προέδρου και Διευθ/ντα Συμβούλου της ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ Α.Ε., κ. Πανοζάχου Δημήτρη, που δημοσιεύθηκε στο capital.gr στις 25 Ιανουαρίου 2022.

Στη χώρα συνεχώς δηλώνουμε ότι προσπαθούμε να προσελκύσουμε ξένους επενδυτές. Συνεχώς επικαλούμαστε τις πολύ καλές κλιματολογικές συνθήκες και μόνιμα αναφερόμαστε στην πληθώρα των ακινήτων που υφίστανται.

Ο συνδυασμός όλων των παραπάνω είναι λογικό να οδηγεί σε “ξένους” που επιθυμούν να αγοράσουν ακίνητα και να “εμπλακούν” στον τουρισμό στην πατρίδα μας. Άλλωστε, η παραπάνω πράξη θεωρείται μια “αξιόπιστη και αποδοτική επένδυση”.

Μετά την αρχική του επιλογή, ο “ξένος” πρέπει να επιλέξει ποιος θα προβεί στην αγορά των ακινήτων και πώς θα λειτουργήσει επιχειρηματικά το εν λόγω εγχείρημα.

Η κτήση των ακινήτων αποτελεί συχνά κίνητρο για τη λειτουργία της “τουριστικής οντότητας” υπό τη μορφή μιας “Ατομικής Επιχείρησης”. Λογική συνέχεια αυτού είναι να τίθεται αμέσως το φορολογικό ερώτημα, αν πρέπει να μεταφερθεί και η προσωπική φορολογική του κατοικία στην Ελλάδα, διότι – λογικά – είναι οικονομικά ισχυρός με πολλές πηγές εισοδήματος και δεν θέλει να μεταβάλλει το φορολογικό του status.

Μέχρι σήμερα, η φορολογική αρχή άμεσα δεν έχει λάβει θέση. Συνεπώς, η απάντηση μπορεί να δοθεί μόνο από άλλα “αξιόπιστα δημόσια και δικαστικά έγγραφα”, όπως οι αποφάσεις του ΣτΕ αλλά και της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών.

Το σύνολο αυτών (ΣτΕ 403/2020, ΔΕΔ Θ 1445/2018, ΔΕΔ Α 3257/2018, ΔΕΔ Α 3285/2018, ΔΕΔ Α2272/2019, ΔΕΔ Α 2737/2021 κ.λπ.) αποφαίνεται ότι η λειτουργία ατομικής επιχείρησης από μόνη της δεν επιβάλλει την υποχρεωτική  μεταφορά της φορολογικής κατοικίας του “ξένου” στην Ελλάδα, αν δεν κατοικεί στην πατρίδα μας άνω των 183 ημερών το ημερολογιακό έτος και η επιχείρησή του μπορεί να λειτουργεί χωρίς τη φυσική του παρουσία.

Με δεδομένο ότι οι αποφάσεις του ΣτΕ είναι δεσμευτικές και οι αποφάσεις της ΔΕΔ δεν προσβάλλονται από τη φορολογική διοίκηση, χρησιμοποιούνται ως “φορολογικός οδηγός” εκ μέρους του “ξένου”.

Έτσι λοιπόν, ξεκινά τη διαδικασία και αφού δαπανά σημαντικά χρηματικά ποσά για την κτήση των ακινήτων, τις πληρωμές των συμβολαιογράφων, των δικηγόρων κ.λπ., προσέρχεται στη Δ.Ο.Υ. για να δηλώσει την έναρξη της ατομικής του επιχείρησης.

Εκεί, στο “ενώπιος ενωπίω” με την Ελληνική Φορολογική Διοίκηση και διαμέσου του υπηρεσιακού παράγοντα, λαμβάνει χώρα ο παρακάτω διάλογος:

– Μην πιστεύεις ό,τι αποφασίζουν οι άλλοι. “Εγώ” αποφασίζω και σου λέω ότι δεν ισχύει ό,τι αποφάσισε το ΣτΕ και οι ΔΕΔ. “Εγώ” θέλω να μεταφέρεις τη φορολογική σου κατοικία στην Ελλάδα. “Εγώ” δεν εφαρμόζω ό,τι αποφασίζουν “αυτοί”.

– Από που προκύπτει αυτή η υποχρέωση μου; Υπάρχει σχετική νομοθεσία; Δεν θα πληρώσω τους φόρους που μου αναλογούν σύμφωνα με τον Ελληνικό Φορολογικό Νόμο και τις Συμβάσεις Αποφυγής Διπλής Φορολογίας;, ερωτά ο “ξένος”.

– Δεν υπάρχει νομοθεσία που να προβλέπει τέτοια υποχρέωσή σου, το αίτημα σου δεν αντίκειται στον ελληνικό φορολογικό νόμο αλλά “το σύστημα” δεν το επιτρέπει!

Ο υπηρεσιακός παράγοντας, παρότι υψηλόβαθμος, παραβλέπει ότι το ΣτΕ με τις Αποφάσεις του (ΣτΕ 1445/16, 1215/2017) έχει επισημάνει ότι “…το σύστημα αυτό θα πρέπει αντιθέτως να προσαρμόζεται στους κανόνες της φορολογικής νομοθεσίας και να εξυπηρετεί τις ανάγκες της ορθής εφαρμογής της και όχι η εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας να προσαρμόζεται στις δυνατότητες του συστήματος”.

Ο “ξένος” κοιτά γύρω του και διερωτάται:

– Καλά η ΔΕΔ δεν είναι μέρος της Φορολογικής Διοίκησης; Το ΣτΕ δεν είναι το Ανώτατο Δικαστήριο; Στην Ελλάδα δεν υπάρχει Αστική Δημοκρατία; “Το σύστημα” δεν φτιάχνεται από τους διοικούντες σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, αφού δεν υπάρχει σχετική νομοθεσία;

Συνειδητοποιεί αμέσως ότι είχαν δίκαιο όσοι του έλεγαν να μην εμπιστευθεί τη φορολογική διοίκηση στην Ελλάδα και του επεσήμαιναν τις υπερεξουσίες των υπαλλήλων και τη γραφειοκρατία. Καταλαβαίνει ότι η Ελλάδα δεν “τηρεί όσα λέει” και αποφασίζει να σταματήσει κάθε επενδυτική του πράξη και να απομακρυνθεί από τη χώρα του “Ξένιου Δία”, διερωτώμενος αν πραγματικά θέλουμε επενδύσεις.

Το ότι το “Εγώ” είναι ο Υπηρεσιακός Παράγοντας και δεν είναι “η βούληση” του φορολογικού νομοθέτη ούτε της “πολιτικής εξουσίας” της χώρας δεν τον αφορά. Αυτός βρήκε απέναντι του την “Ελληνική Φορολογική Διοίκηση”.

Τα ερωτήματα που προκύπτουν λοιπόν, είναι:

– Τέτοια γεγονότα αυτοδιαψεύδουν την Ελληνική Φορολογική Αρχή;
– Τελικά ποιος αποφασίζει την καθημερινή εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας και με ποια κριτήρια;

Πανοζάχος Δημήτριος
Msc Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός Σύμβουλος,
Δ/νων Σύμβουλος της ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ Α.Ε.

Πηγή: capital.gr